Εισφορές και συντάξεις στην εποχής της κρίσης - Huffington Post - Χάρης Θεοχάρης

Εισφορές και συντάξεις στην εποχής της κρίσης – Huffington Post

H17

Δείτε το άρθρο στη Huffington Post

Αποτελεί κοινή ομολογία πως ο δρόμος που έχουμε πάρει, «δε βγαίνει». Ιδεοληπτικές εμμονές για τη σημασία της λιτότητας και συνταγές που λειτουργούν σε άλλες χώρες -αλλά όχι απαραίτητα στη δική μας- από τη μια και θεοποίηση της ήπιας προσαρμογής και του συμβιβασμού προς όφελος ειδικών συμφερόντων και ομάδων που ευνοήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια από την άλλη, μας οδήγησαν σε τέλμα.

Τα παραδείγματα πολλά. Ίσως όμως το πιο εμβληματικό είναι η υπερφορολόγηση που το τελευταίο συνταξιοδοτικό επιβάλλει στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους μικρομεσαίους.

Μια καλόπιστη κριτική οφείλει να αναγνωρίζει τα θετικά στοιχεία. Το τελευταίο συνταξιοδοτικό καινοτομεί σε δύο σημεία που είναι πολύ σημαντικά. Θεσπίζει τον ΕΦΚΑ, ένα ενιαίο ταμείο για όλους τους ασφαλισμένους και ορίζει ενιαίους κανόνες υπολογισμού της σύνταξης. Χάνει όμως το τρένο της πραγματικής μεταρρύθμισης, καθώς θα χρειαστούμε και νέο συνταξιοδοτικό το αργότερο το 2018.

Και τα θετικά ωστόσο δεν υλοποιούνται. Ήδη με τις τροπολογίες που ψηφίστηκαν οι δομές των ταμείων μεταφέρονται αυτούσιες στον ΕΦΚΑ, δημιουργώντας έναν οργανισμό «πολυκατάστημα» με τα επιμέρους ταμεία μέσα να δρουν αυτόνομα. Οι εγκύκλιοι και οι απαραίτητες οργανωτικές ενέργειες δεν έχουν ολοκληρωθεί και συνεπώς ο χρόνος που πέρασε από την ψήφιση του νόμου δε φαίνεται να έχει αξιοποιηθεί κατάλληλα.

Ο ενιαίος υπολογισμός, αν και θεωρητικά ορθός, πρέπει να χρησιμοποιεί τις σωστές παραμέτρους.
Προτείνω, χάριν δικαιοσύνης, να στηρίζεται σε δύο βασικά και σε δύο δευτερεύοντα στοιχεία:

  • Πρώτον, το σύνολο των εισφορών που έχουν πληρωθεί από τον ασφαλισμένο. Όσο περισσότερα προσέφερε κάποιος στο σύστημα τόσο περισσότερα δικαιούται να πάρει. Σε ορισμένες περιπτώσεις έλλειψης στοιχείων αυτά αναγκαστικά θα πρέπει να υπολογιστούν με βάση τα διαθέσιμα (συνήθως από το 2001 και μετά).
  • Δεύτερον, το σύνολο των συντάξεων που έχει ήδη πάρει. Δεν είναι ίδια η σύνταξη των €1500 του 70άρη που ξεκίνησε να συνταξιοδοτείται στα 60 και εκείνου που ξεκίνησε στα 50.

Με αυτά τα δύο στοιχεία θα μπορούσε κάποιος να υπολογίσει τις συντάξεις που πρέπει από εδώ και εμπρός να καταβληθούν, δεδομένων των ελλειμάτων που αντέχει ο προϋπολογισμός. Όμως επειδή δε μπορούν να αλλάξουν οι ζωές των ανθρώπων από τη μια στιγμή στην άλλη, πρέπει να μεταβληθεί ο υπολογισμός κατά δύο τρόπους:

  • Πρώτον, με βάση την ηλικία του συνταξιοδοτούμενου. Για παράδειγμα, δε νοείται να αλλάξει η σύνταξη ανθρώπου άνω των 90 ετών. Από την άλλη, συντάξεις κάτω από την ισχύουσα ημερομηνία συνταξιοδότησης θα μπορούσαν να περικοπούν δραστικά.
  • Δεύτερον, να ισχύσει μια μεταβατική περίοδος. Οι όποιες αλλαγές θα πρέπει να εισαχθούν σταδιακά σε βάθος τριετίας για να δώσουν τον χρόνο στους συνταξιούχους να κάνουν τις απαραίτητες προσαρμογές στον τρόπο διαβίωσής τους.

Αντί για ένα σύστημα δίκαιο που θα ήταν αποδεκτό και ως εκ τούτου θα μπορούσε εξορθολογίσει τα ελλείμματα με δραστικό τρόπο, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ο Υπουργός κ. Κατρούγκαλος επέλεξαν τη συνέχιση της χρηματοδότησης των ελλειμάτων μέσω της υπερφορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών.

Είναι γεγονός πως η χώρα μας έχει δυόμιση φορές περισσότερους ελεύθερους επαγγελματίες, σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους.

Πρώτον, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός υπαλλήλων που δεν αμείβονται ως τέτοιοι, αλλά με μπλοκάκια γιατί συμφέρει τον εργοδότη ασφαλιστικά. Για αυτή την κατηγορία η εξίσωση των εισφορών εργαζομένων και ελεύθερων επαγγελματιών θα οδηγήσει σε μετατροπή τους σε υπαλλήλους, καθώς θα εξαλειφθούν τα κίνητρα που οδηγούν στη στρέβλωση.

Δεύτερον, γιατί στο εξωτερικό οι ελεύθεροι επαγγελματίες δημιουργούν συχνά συνεταιρισμούς ή εταιρίες με συναδέλφους τους και λειτουργούν ως μέτοχοι. Έτσι έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν ποιοτικότερες υπηρεσίες, σε καλύτερες εγκαταστάσεις, με οικονομίες κλίμακας κτλ. Το νέο ασφαλιστικό δε βοηθάει σε αυτού του είδους τον εξορθολογισμό.

Τι συμβαίνει από 1/1/2017; Ο ελεύθερος επαγγελματίας, καλείται να πληρώσει 20% εισφορές για την κύρια σύνταξη, 6,95% για την υγεία, 7% για την επικουρική ασφάλιση και 4% για εφάπαξ χωρίς δυνατότητα προαίρεσης. Ακόμη, έχουμε 29% φορολογία και 100% προκαταβολή που όμως συμψηφίζεται με την προκαταβολή του προηγούμενου έτους.

Το αποτέλεσμα είναι η φορολογία μαζί με τις έκτακτες εισφορές και το τέλος επιτηδεύματος να ξεπερνάει το 60% και να πλησιάζει σε ορισμένες περιπτώσεις το 70%. Μάλιστα, με δεδομένες τις εκπτώσεις στις εισφορές που έχουν θεσμοθετηθεί για μια πενταετία και οι οποίες «χάνονται» σταδιακά πάνω από τις €50.000 καταλήξαμε στην παγκόσμια πρωτοτυπία για κάθε €1.000, άνω των €50.000, ο ελεύθερος επαγγελματίας να πληρώνει €1.300 σε συνολικούς φόρους! Έχουμε εφεύρει το τέλειο κίνητρο για τη μαύρη οικονομία!

Είναι γεγονός πως η χώρα μας έχει δυόμιση φορές περισσότερους ελεύθερους επαγγελματίες, σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Αυτό που δε φαίνεται να καταλαβαίνουν όσοι κυβερνούν είναι πως η φορολογία που «αντέχει» μια οικονομία είναι συγκεκριμένη και μπορούν να την επηρεάσουν λίγο προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό. Μακροπρόθεσμα οι συντελεστές λίγο επηρεάζουν τα συνολικά φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ καθώς οδηγούν σε αλλαγή συμπεριφοράς ώστε η συνολική επιβάρυνση να παραμείνει πάνω κάτω σταθερή. Για τα έσοδα, πολύ πιο σημαντική είναι η αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης παρά το ύψος των συντελεστών.

Στη χώρα μας η επιβάρυνση στο εισόδημα είναι 39,3% (ΟΟΣΑ Taxing wages 2016 – με τον όρο αυτό διεθνώς, συμπεριλαμβάνουμε τους φόρους εισοδήματος και τις συνταξιοδοτικές εισφορές). Συνεπώς και χωρίς να αυξήσουμε τη συνολική φορολογική επιβάρυνση, μπορούμε να στοχεύσουμε σε συνολικό κόστος φορολογίας εισοδήματος 40% μοιρασμένο ισομερώς σε φόρους και εισφορές.

Η πρόταση αυτή θα οδηγούσε σε εξορθολογισμό της φορολογίας, μείωση των κινήτρων για φοροδιαφυγή και θα ήταν πραγματικά αναπτυξιακή τη στιγμή που η χώρα μας το έχει απόλυτη ανάγκη.

Όσο οι πολιτικές μας δεν έχουν μεσομακροπρόθεσμους ποιοτικούς στόχους (άρση στρεβλώσεων, ανάπτυξη, διευκόλυνση της συμμόρφωσης), παρά μόνο βραχυπρόθεσμους εισπρακτικούς, τόσο θα έχουμε εμπλακεί στον αέναο φαύλο κύκλο της παράτασης της κρίσης και τόσο θα γεμίζουμε με απελπισία, και αγανάκτηση τις ψυχές των συμπολιτών μας.