Τι κερδίζει η Ελλάδα από την αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ - Χάρης Θεοχάρης - Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος ΝΔ - Βουλευτής ΝΔ Νοτίου Τομέα

Τι κερδίζει η Ελλάδα από την αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ

The Toc X8.001

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο thetoc.gr

 

Το ότι η Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας-ΗΠΑ είναι πολλαπλά επωφελής για την πατρίδα μας είναι προφανές και αυτονόητο. Αν μη τι άλλο, διότι πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη επιδιώκουν να συνάψουν παρόμοιες συμφωνίες ή να βελτιώσουν προηγούμενες, ενώ η Ελλάδα έχει κατακτήσει το ρόλο του προνομιακού συνομιλητή και συνεργάτη των ΗΠΑ στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου. Επίσης, θεμελιώδης όρος είναι ότι η Συμφωνία θα αναθεωρείται ανά 5 χρόνια, με ισότιμο δικαίωμα για κάθε πλευρά να καταγγέλλει τη σύμβαση -αν αυτό κρίνεται απαραίτητο.

Πέραν αυτού, με τη συγκεκριμένη Συμφωνία, οι ΗΠΑ διευρύνουν την αμυντική στήριξη που προσφέρουν στην Ελλάδα, τόσο χρονικά όσο και χωρικά. Στο πλαίσιο αυτό αξιοποιούνται τα στρατόπεδα στο Βόλο και την Αλεξανδρούπολη, καθώς και το πεδίο βολής στο Λιτόχωρο. Ωστόσο, ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αναβάθμιση του στρατηγικού ρόλου της Σούδας, στην Κρήτη. Πρόκειται για το μοναδικό αγκυροβόλιο της Ανατολικής Μεσογείου το οποίο μπορεί να προσεγγίσει αμερικανικό αεροπλανοφόρο.
Αλλά, βέβαια, το πιο σημαντικό στοιχείο της Συμφωνίας είναι η ουσία της. Δηλαδή το γεγονός ότι πιστοποιείται, με μια έγκυρη διεθνή συνθήκη η κοινή βούληση Ελλάδας και ΗΠΑ για την αμοιβαία προστασία της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας μας απέναντι σε κάθε απειλή -ακόμα και αν αυτή η απειλή, ο μη γένοιτο, λάβει τη μορφή της ένοπλης επίθεσης. Συνεπώς, ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί τη σημασία μιας Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και το συγκριτικό πλεονέκτημα που αποκτά η πατρίδα μας -ακόμη και σε επίπεδο γοήτρου- σε σχέση πχ με την Τουρκία.
Οποιαδήποτε συζήτηση επί του θέματος, πόσο μάλλον πολιτική αντιπαράθεση, στην πραγματικότητα στερείται νοήματος, ιδιαίτερα στην τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία, με έναν πόλεμο να διεξάγεται στο ανατολικό όριο της Ευρώπης. Τις αρνητικές συνέπειές του οποίου βιώνουμε όλοι στην καθημερινότητά μας. Το ότι ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης αναγκάστηκε να επιχειρηματολογήσει υπέρ της Συμφωνίας πριν από λίγες ημέρες στη Βουλή, οφείλεται ξεκάθαρα στην υποκρισία του ΣΥΡΙΖΑ.
Αν η χώρα είχε μια σοβαρή και συγκροτημένη αντιπολίτευση και όχι μια παράταξη που άγεται και φέρεται από έναν αμετανόητο λαϊκιστή, έναν τυχοδιώκτη πολιτικό όπως ο κ. Τσίπρας, τότε αντί για μια πολύωρη ανάλυση στη Βουλή σχετικά με την κύρωση της Συμφωνίας, θα είχαμε αξιοποιήσει το χρόνο μας πολύ πιο εποικοδομητικά. Διότι, όπως απέδειξε πανηγυρικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλούμενος δηλώσεις του πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα, κ. Τζέφρι Πάιατ, ήταν ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοί που υπέδειξαν σημεία στην ελληνική επικράτεια για την ανάπτυξη αμυντικών εγκαταστάσεων των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Εκ των υστέρων, βέβαια, ο κ. Τσίπρας πιστεύει πως μπορεί να κοροϊδεύει τον ελληνικό λαό και να πλασάρει τον μπαγιάτικο αλλά ξαναζεσταμένο για την περίσταση αντι-αμερικανισμό της δεκαετίας του ’80.

Στον αντίποδα, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη προχωρά με σταθερό βήμα προς την αποφασιστική ενίσχυση του εθνικού οπλοστασίου. Ταυτόχρονα, με διπλωματικές και οικονομικές συμμαχίες ο πρωθυπουργός πρωτοστατεί στην αναβάθμιση της γεωστρατηγικής θέσης της Ελλάδας και την ανάδειξης της χώρας μας σε πρωταγωνίστρια των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.

Βάσει χειροπιαστών τεκμηρίων αποδεικνύεται ότι καμία προηγούμενη κυβέρνηση δεν έχει ενισχύσει την εθνική άμυνα της πατρίδας περισσότερο και πιο ουσιαστικά από αυτήν της Νέας Δημοκρατίας. Κατ’ αρχάς, σε λιγότερο από 3 χρόνια διακυβέρνησης έχουμε επεκτείνει τα χωρικά ύδατα της χώρας στο Ιόνιο στα 12 μίλια. Υπογράψαμε τη συμφωνία οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με την Ιταλία και μια παρόμοια σύμβαση μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Έχουμε συμφωνήσει επί της αρχής με την Αλβανία ότι θα υπογράψουμε συνυποσχετικό και θα πάμε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προκειμένου να λύσουμε οριστικά το ζήτημα της οριοθέτησης ΑΟΖ.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει επεκτείνει το πλέγμα των συμμαχιών της στην ευρύτερη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, με σειρά επιτυχιών στο διπλωματικό τομέα. Οι σχέσεις μας με το Ισραήλ αλλά και την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κ.α. δεν ήταν ποτέ καλύτερες. Επιστέγασμα των προσπαθειών μας, είναι η Συμφωνία Αμυντικής Συνεργασίας -και δη με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής- με τη Γαλλία. Ας μην ξεχνάμε ότι μια συμφωνία αυτού του είδους αποτελούσε ζητούμενο όλων των ελληνικών κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης. Μάλιστα, το σχετικό ζήτημα είχε θέσει μετ’ επιτάσεως ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Είναι πασίδηλο, λοιπόν, ότι για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας η εθνική άμυνα είναι ζήτημα απόλυτης και κρίσιμης προτεραιότητας. Από την άλλη, η ανευθυνότητα και η υποκρισία της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα εκθέτει πάντα όσους ασπάζονται την πολιτική της, όχι την Ελλάδα. Η Νέα Δημοκρατία, από τον Πρόεδρό της έως και το τελευταίο στέλεχος, διαπνέεται από έγνοια για την προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων της πατρίδας. Είναι η μόνη παράταξη η οποία αντιλαμβάνεται ολοκληρωμένα, εις βάθος, αλλά και με προοπτική μέλλοντος, τα εθνικά μας συμφέροντα.