Άρθρα, Συνεντεύξεις

Άρθρο στο liberal.gr «Χάρης Θεοχάρης: Δυσπιστία για την αντιπολίτευση»

Στα δικά μου μάτια η συζήτηση στη Βουλή επί της πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης ξεσκέπασε κυρίως τη γύμνια της αντιπολίτευσης. Φάνηκε το πόσο κατώτεροι των περιστάσεων είναι όσοι έδειξαν, απροκάλυπτα μάλιστα, ότι είναι πρόθυμοι να παίξουν σκοτεινά παιχνίδια, να γίνουν φερέφωνα συμφερόντων, να διακυβεύσουν ακόμη και την πολιτική σταθερότητα στη χώρα δηλητηριάζοντας το κλίμα, με το να αναπαράγουν ασύστολα ψεύδη και συκοφαντίες, μόνο και μόνο για να πλήξουν την κυβέρνηση. Κατέστη επίσης εμφανές ότι αυτή η πρόταση δυσπιστίας υποκινήθηκε από παράγοντες τους οποίους, πολύ εύστοχα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε στην ομιλία του σαν επίδοξα «παράκεντρα εξουσίας».

Παρόλ’ αυτά, η αντιπαράθεση στη Βουλή θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμεύσει για την ανασκευή κάποιων εσφαλμένων αντιλήψεων, τη διάλυση μύθων κ.λπ. Εντούτοις, η πλευρά της αντιπολίτευσης επέδειξε για μία ακόμη φορά την ανικανότητά της να προκαλέσει -ή, έστω, να συμμετάσχει- σε έναν διάλογο ουσίας σε σχέση με την τραγωδία των Τεμπών, ένα γεγονός βαθιά τραυματικό για όλους μας.

Έτσι, αυτό που παρακολουθήσαμε στη Βουλή, ήταν εν τέλει η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους: Από τη μία ο κόσμος του ορθολογισμού, της υπευθυνότητας και της σοβαρότητας που εκπροσωπεί ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Και από την άλλη ένα συνονθύλευμα το οποίο σχηματίστηκε, κυριολεκτικά «στο πόδι», από πρόσωπα και παρατάξεις που αποπειράθηκαν να συνασπιστούν σε ένα αντικυβερνητικό μέτωπο. Με στόχο να διαχύσουν τοξικότητα στην πολιτική σκηνή και την ελληνική κοινωνία, υιοθετώντας συλλήβδην τα γνωστά κατευθυνόμενα και παντελώς ανυπόστατα δημοσιεύματα περί «μοντάζ» συνομιλιών υπαλλήλων του ΟΣΕ κ.λπ., όπως και τις εξωφρενικές θεωρίες συνωμοσίας που επινοούν και διαδίδουν ακραίοι λαϊκιστές.

Για τους πιο ψύχραιμους παρατηρητές, ο τραγέλαφος της ευκαιριακής λυκοφιλίας ανάμεσα σε ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Πλεύση Ελευθερίας και Νέα Αριστερά, αφ’ ενός έδειξε ξεκάθαρα στον ελληνικό λαό ποιοι είναι διατεθειμένοι να γίνουν πειθήνια ενεργούμενα συγκεκριμένων εκδοτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων. Αφ’ ετέρου, κάτι εξίσου θλιβερό, είναι ότι αυτός ο θνησιγενής αντικυβερνητικός συνασπισμός, ενώ υποτίθεται πως προτάσσει αρχές και αξίες της αριστεράς, στην πράξη σιγοντάρει και μεγεθύνει την απήχηση των -ουδόλως αθώων- παραμυθιών του Κυριάκου Βελόπουλου, για δήθεν «μπαζώματα» στον τόπο του δυστυχήματος, μυστηριώδη βαγόνια με εκρηκτικά, ενορχηστρωμένη συγκάλυψη κ.α. Όλοι όσοι πήραν το λόγο εκ μέρους της Νέας Δημοκρατίας, και πρώτος από όλους ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατέρριψαν αυτές τις ανοησίες, με συγκεκριμένα επιχειρήματα και αδιάσειστα τεκμήρια.

Παρόλ’ αυτά, παραμένει λυπηρό το να διαπιστώνει κανείς ότι η αντιπολίτευση, μέσα στην απόγνωσή της να βλάψει με κάθε τρόπο την κυβέρνηση, ακόμη και διακινδυνεύοντας την αποσταθεροποίηση, παλινδρομεί σε τακτικές διχασμού και τοξικότητας. Το 2014-2015 ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας που τσαλαβουτούσαν χωρίς κανέναν φραγμό στη λαϊκίστικη δημαγωγία και την πόλωση. Τώρα τον χορό σέρνει ο κ. Βελόπουλος, δίνοντας το ρυθμό σε όλους τους υπόλοιπους -ακόμη και στον Στέφανο Κασσελάκη. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ διακρίνεται στη μίμηση της ρητορικής Τραμπ, εκτοξεύοντας φαντασμαγορικές τερατολογίες, όπως η απαίτησή του για παραίτηση της κυβέρνησης και εξωτερική εποπτεία στις εκλογές.

Ωστόσο, το πρόβλημα του κ. Κασσελάκη ή του κ. Ανδρουλάκη για το ποιος θα είναι ο πρώτος ηττημένος από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στις επερχόμενες Ευρωεκλογές ή σε οποιαδήποτε άλλη εκλογική διαδικασία, δεν είναι το κράτος δικαίου. Αυτό υπάρχει στην Ελλάδα, είναι αποδεδειγμένα αδιάβλητο και ακλόνητο. Το έλλειμμα αφορά στην αντιπολίτευση -και είναι έλλειμμα αβυσσαλέο. Στην Ελλάδα του 2024 υπάρχει στιβαρή, υπεύθυνη κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εκείνη που απουσιάζει και αναζητείται είναι μια, έστω και στοιχειωδώς σοβαρή, αντιπολίτευση.

Άρθρο στο liberal.gr