Του Χάρη Θεοχάρη, υφυπουργού Εξωτερικών, αρμόδιου για την Οικονομική Διπλωματία και την Εξωστρέφεια
Η παγκόσμια οικονομία δεν επιστρέφει στην “κανονικότητα” που γνωρίζαμε. Το εμπόριο αναδιατάσσεται, οι εφοδιαστικές αλυσίδες επανασχεδιάζονται, η ενέργεια παραμένει παράγοντας γεωπολιτικής ισχύος και το κεφάλαιο αναζητά όχι μόνο αποδόσεις, αλλά και ασφάλεια, θεσμική αξιοπιστία και στρατηγικό προσανατολισμό.
Αυτό είναι το νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να κινηθεί η Ελλάδα. Και η απάντηση της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι σαφής: η χώρα δεν θα είναι θεατής των εξελίξεων. Θα είναι ενεργός παίκτης στη νέα γεωοικονομία.
Η οικονομική διπλωματία αποκτά, σε αυτό το πλαίσιο, διαφορετικό βάρος. Δεν είναι δημόσιες σχέσεις. Δεν είναι συμμετοχή σε εκθέσεις χωρίς συνέχεια. Δεν είναι γενική προβολή της χώρας. Είναι μηχανισμός εθνικής ανταγωνιστικότητας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέουμε την εξωτερική πολιτική με τις επενδύσεις, τις εξαγωγές, τις υποδομές, την καινοτομία, την περιφερειακή ανάπτυξη και την παραγωγική αναβάθμιση.
Η Ελλάδα έχει σήμερα ένα βασικό πλεονέκτημα: αξιοπιστία. Δεν ήταν αυτονόητο. Κατακτήθηκε με πολιτική σταθερότητα, δημοσιονομική συνέπεια, μεταρρυθμίσεις, ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους και συνεχή προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το 2025 και προβλέπει ανάπτυξη 1,8% το 2026, με τις επενδύσεις να παραμένουν βασικός υποστηρικτικός παράγοντας, ενώ το δημόσιο χρέος προβλέπεται να μειωθεί κοντά στο 134% του ΑΕΠ έως το 2027.
Αυτή η αξιοπιστία μεταφράζεται πλέον σε επενδυτικό αποτέλεσμα. Οι καθαρές εισροές Ξένων Άμεσων Επενδύσεων έφθασαν το 2025 τα 11,38 δισ. ευρώ, έναντι 7,02 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 62,2%. Το πρώτο τετράμηνο του 2026 οι εισροές ανήλθαν σε 4,4268 δισ. ευρώ, έναντι 2,3183 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, δηλαδή αύξηση 90,9%.
Αντίστοιχα, οι εξαγωγές αγαθών στο πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 2026 ανήλθαν σε 22,9 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 13,5%. Οι εξαγωγές χωρίς πετρελαιοειδή αυξήθηκαν κατά 4,5%, ενώ το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε κατά 9,0%. Αυτά τα στοιχεία δεν πρέπει να διαβάζονται απομονωμένα. Δείχνουν ότι η εξωστρέφεια γίνεται πλέον οργανικό στοιχείο του νέου παραγωγικού προτύπου.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι να πανηγυρίσουμε αριθμούς. Είναι να τους μετατρέψουμε σε μόνιμο παραγωγικό πλεονέκτημα. Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες επενδύσεις. Χρειάζεται καλύτερες επενδύσεις. Επενδύσεις που φέρνουν τεχνολογία, τεχνογνωσία, εξαγωγική ικανότητα, ποιοτικές θέσεις εργασίας, καινοτομία και διασύνδεση με διεθνείς αλυσίδες αξίας. Δεν αρκεί να αυξάνεται το κεφάλαιο που εισέρχεται στη χώρα. Πρέπει να αυξάνεται το αποτύπωμά του στην παραγωγικότητα.
Σε αυτή τη λογική εντάσσεται το Στρατηγικό Σχέδιο Εξωστρέφειας 2026-2030. Πρόκειται για ένα πρακτικό εργαλείο πολιτικής, όχι για ένα θεωρητικό κείμενο. Θέτει γεωγραφικές και κλαδικές προτεραιότητες, ενισχύει τον ρόλο του Υπουργείου Εξωτερικών, των Γραφείων ΟΕΥ, της Enterprise Greece και της Export Credit Greece, και συνδέει τις επενδύσεις με τις εξαγωγές σε ενιαίο πλαίσιο. Το Σχέδιο εγκρίθηκε από την Κυβερνητική Επιτροπή για την Εξωστρέφεια και έχει ως άμεσο στόχο την προσέλκυση επενδύσεων υψηλού αντικτύπου, την τόνωση της επιχειρηματικότητας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Παράλληλα, χτίζουμε γέφυρες με την αγορά. Η συνεργασία με το ΕΒΕΑ, τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εξαγωγέων, τις Περιφέρειες και τους παραγωγικούς φορείς δεν είναι τυπική. Είναι αναγκαία. Η οικονομική διπλωματία πρέπει να ξεκινά από τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων: πληροφόρηση, πρόσβαση σε αγορές, χρηματοδοτικά εργαλεία, διαχείριση κινδύνων, έγκαιρη προετοιμασία και ουσιαστική στήριξη. Τα μνημόνια συνεργασίας του ΥΠΕΞ με το ΕΒΕΑ και τον ΠΣΕ κινούνται ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση.
Το ίδιο πνεύμα διέπει και την πρωτοβουλία για τη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε έργα της Παγκόσμιας Τράπεζας. Εκεί ο στόχος είναι καθαρός: όχι απλώς να ενημερώνουμε τις επιχειρήσεις για διεθνείς διαγωνισμούς, αλλά να τις βοηθούμε να προετοιμάζονται καλύτερα, να δημιουργούν συνεργασίες και να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις σε έργα ενέργειας, υδάτων, υποδομών και ανασυγκρότησης.
Η νέα γεωγραφία των επενδύσεων ευνοεί χώρες που συνδυάζουν σταθερότητα, στρατηγική θέση και ικανότητα εκτέλεσης. Η Ελλάδα έχει και τα τρία. Βρίσκεται στο σημείο επαφής της Ευρώπης με την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή. Διαθέτει αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο, βελτιωμένο επενδυτικό περιβάλλον και μια κυβέρνηση που αντιλαμβάνεται ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην κατανάλωση, αλλά στην παραγωγή, στην καινοτομία, στις εξαγωγές και στις επενδύσεις.
Η πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι η εκτέλεση. Λιγότερη γραφειοκρατία, καλύτερος συντονισμός, ταχύτερες αποφάσεις, πιο αποτελεσματικά εργαλεία για τις επιχειρήσεις. Οι επενδυτές δεν ζητούν τελειότητα. Ζητούν προβλεψιμότητα, συνέχεια και σοβαρότητα.
Αυτό ακριβώς οικοδομούμε. Μια Ελλάδα που δεν ζητά απλώς να την εμπιστευθούν, αλλά αποδεικνύει ότι αξίζει την εμπιστοσύνη. Μια Ελλάδα που δεν περιορίζεται στο να προσελκύει κεφάλαια, αλλά τα μετατρέπει σε παραγωγή, εξαγωγές και εθνική ισχύ.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει, η χώρα μας έχει την ευκαιρία να μη μείνει στην περιφέρεια των εξελίξεων. Να βρεθεί στον χάρτη των αξιόπιστων, εξωστρεφών και ανταγωνιστικών οικονομιών της νέας εποχής. Αυτός είναι ο στόχος μας. Και αυτόν υπηρετούμε με σχέδιο, συνέπεια και αυτοπεποίθηση.
https://www.capital.gr/arthra/4011696/i-ellada-sti-nea-geografia-ton-ependuseon/
